Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ : Απευθείας απόγονος των Παλαιολόγων του Βυζαντίου



            Γενικά στοιχεία
            Την 3η Φεβρουαρίου του έτους 1830 στη Διάσκεψη του Λονδίνου, όπου συμμετείχαν η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία, υπογράφτηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου. Ήταν  η πρώτη επίσημη διεθνής διπλωματική πράξη που διακήρυσσε την αναγνώριση της πολιτικής ανεξαρτησίας του νεοσύστατου τότε Ελληνικού κράτους. Τρία χρόνια μετά, το έτος 1833, εγκαθιδρύθηκε και η μοναρχία.
            Το στέμμα της Ελλάδος προτάθηκε αρχικώς στον Λεοπόλδο της Σαξωνίας. Εκείνος όμως αρνήθηκε, για να γίνει λίγο αργότερα Βασιλιάς του νεοσύστατου Βασιλείου του Βελγίου. Μετά την άρνησή του, πρώτος Βασιλεύς των Ελλήνων (1832 – 1862) έγινε ο πρίγκιπας της Βαυαρίας Όθων Α΄ που ήταν ο δευτερότοκος υιός του διαδόχου και μετέπειτα Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄.
            Μετά την έξωση του Όθωνα, μία επιτροπή αποτελούμενη από τους Κωνσταντίνο Κανάρη, Θρασύβουλο Ζαϊμη και Δημήτριο Γρίβα ταξίδεψε τον Απρίλιο του έτους 1863 στην Κοπεγχάγη, για να προσφέρει το ελληνικό στέμμα στον Γεώργιο Α΄, δευτερότοκο υιό του πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄. Με το Ψήφισμα ΚΕ΄ της 18ης Μαρτίου του έτους 1863 της Εθνικής Συνέλευσης αναφέρεται ότι: «Αναγορεύεται παμψηφεί ο πρίγκηψ της Δανίας Χριστιανός Γουλιέλμος Φερδινάνδος Αδόλφος Γεώργιος, δευτερότοκος υιός του πρίγκηπος Χριστιανού, Συνταγματικός Βασιλεύς των Ελλήνων υπό το όνομα Γεώργιος Α’». Από τότε έξι μέλη της δυναστείας που εγκαθίδρυσε ο Γεώργιος Α΄ κυβέρνησαν την Ελλάδα για 111 ολόκληρα χρόνια μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 1974, όπου και καταργήθηκε οριστικά η μοναρχία δια δημοψηφίσματος.
Επιγραμματικά αυτοί ήταν οι:
 - Γεώργιος Α΄ (1845 – 1913). Ιδρυτής της βασιλικής δυναστείας. Υπήρξε ο βασιλιάς των  μεγάλων και ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, αλλά και των μεγάλων προσαρμογών.
- Κωνσταντίνος Α΄ ο στρατηλάτης (1868 – 1923). Το όνομά του συνδέθηκε με την Μικρασιατική καταστροφή. Έμεινε στο θρόνο για έξι χρόνια περίπου και πέθανε αυτοεξόριστος στο Παλέρμο της Σικελίας.
- Αλέξανδρος Α΄ (1893 – 1920). Παρέμεινε στο θρόνο για τρία περίπου χρόνια και πέθανε από δάγκωμα πιθήκου σε ηλικία 23 ετών.
- Γεώργιος Β΄ (1890 – 1947). Στο διάστημα 1922 – 1947 έμεινε στο θρόνο για 14 χρόνια και πέθανε από ανακοπή στις αρχές του Εμφυλίου στην Ελλάδα.
- Παύλος Α΄ (1901 – 1964). Βασίλευσε για 17 χρόνια.
- Κωνσταντίνος Β΄ (1940 -...). Υπήρξε ο τελευταίος βασιλιάς και έμεινε στο θρόνο ουσιαστικά για 4 χρόνια.


Στοιχεία για την καταγωγή της Ελληνικής Βασιλικής Δυναστείας από την βυζαντινή αυτοκρατορική γενεά των Παλαιολόγων
            Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί από διάφορους κύκλους, επιστημονικούς και μη, σχετικά με την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και ειδικότερα την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Δεν γνωρίζουμε όμως πολλά για την κατάληξη της τελευταίας βυζαντινής αυτοκρατορικής δυναστείας των Παλαιολόγων.Ολοκλήρωσε την πορεία της με τον ηρωϊκό θάνατο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου την αποφράδα ημέρα της 29ης Μαϊου του έτους 1453 ή συνεχίστηκε από κάποιον βιολογικό απόγονο και διάδοχο του Κωνσταντίνου;;; Ποιά είναι η σύνδεση αυτού του απογόνου με την ελληνική βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Α΄;;;
            Είναι γεγονός ότι σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μέσα στα χιλιοταλαιπωρημένα και χιλιογραμμένα σχολικά «συμβατικά ιστορικά» εγχειρίδια, δεν γίνεται ουδεμία αναφορά για τον μοναδικό υιό του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, τον Ιωάννη, που είχε αποκτήσει στο τρίτο γάμο του με την Άννα – Σοφία Νοταρά και ήταν κατά την Άλωση της Πόλης το έτος 1453 δεκατεσσάρων ετών.
        Όπως επιβεβαιώνει και ο Κριτόβουλος, το Σάββατο της 26ης Μαΐου 1453 όπου και τελέστηκε ο γάμος Κωνσταντίνου – Άννας,από τις εννέα το βράδυ έως τα μεσάνυχτα, ένα ιδιαίτερα παράξενο, μυστηριώδες, ανεξήγητο, υπερκόσμιο φώς έλουζε τον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Οι Χρονικογράφοι της εποχής βεβαιώνουν ότι «πολιορκηταί τε και πολιορκούμενοι κατελήφθησαν επί τη θέα αυτού είς όμοιον φόβον». Ένας από αυτούς που ανησύχησαν από τον οιωνό αυτό ή την θεοσημία ήταν και ο ίδιος ο σουλτάνος Μωάμεθ που το ερμήνευσε ως προστασία της Εκκλησίας και των πιστών της από τον Θεό. Κατά τον Φραντζή ήταν «φώς απαστράπτρον, όπερ εξ ουρανών και δι όλης της νυκτός άνωθεν της πόλεως εστώς διέσκεπεν αυτήν». Ίδια περιγραφή του γεγονότος περιλαμβάνεται στο Χρονικόν Ανώνυμον Μοσχοβίτου.
            Ο Ιωάννης φυγαδεύθηκε, διασώθηκε, μεγάλωσε, σταδιοδρόμησε και εν τέλει βασίλεψε στη Δύση. Επί τούτου, ο επίσκοπος της Σιένας Σίλβιος Πικκολόμινι, ο μετέπειτα Πάπας Πίος Β΄, είχε γράψει σε ένα υπόμνημά του ότι «ο Κωνσταντίνος είχε υιό, ο οποίος μετά την Άλωση διασώθηκε στο Πέραν».
            Η ιστορία του μοναδικού υιού του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του Ιωάννη «Χριστιανού», που ακολουθεί παρακάτω, οφείλει τη διάσωσή της στις μακροχρόνιες έρευνες του μοναχού Βαρθολομαίου του Ιμβρίου (Κουτλουμουσιανού). Αυτή η ιστορία συμπεριλήφθηκε στα «Απομνημονεύματά» του, τα οποία ανακάλυψε ο ιστοριοδίφης Θρασύβουλος Ζωιόπουλος (Στέφανος Δάφνης) και την καταχώρισε ο Σπυρ. Β. Τριανταφύλλου στο έργο του «Η βασιλεία εν Ελλάδι και αι παραδόσεις περί καταγωγής του Ελληνικού Βασιλικού Οίκου».
            Ειδικότερα, ο μοναχός Βαρθολομαίος ο Ίμβριος υπήρξε εκκλησιαστικός συγγραφέας. Είχε διατελέσει καθηγητής στο φραγκισκανό φροντιστήριο το έτος 1834 και διευθυντής της σχολής της Χάλκης επί Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου ΣΤ΄. Η μακροχρόνια έρευνά του στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Ίμβρου τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι: «η δανική βασιλική οικογένεια είχε το ίδιο αίμα με εκείνο που είχε χυθεί στην πύλη του Αγ. Ρωμανού την αποφράδα εκείνη νύχτα της 29ης Μαϊου 1453».
            Επί τούτου, ο ιστορικός Κώστας Μπαρμπής έχει συγγράψει σχετικώς ότι η δυναστεία του βασιλέως Κωνσταντίνου είναι απευθείας απόγονος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τελευταίου βασιλέως του Βυζαντίου. Και δεν είναι ο μοναδικός.
            Το έτος 1937 οι ιστορικοί Α. Γιαλαμάς και Α. Σγάντζος κυκλοφόρησαν μια μελέτη που είχε τίτλο «Οι Βασιλείς μας είναι απόγονοι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων». Εκεί παρουσίαζαν και σχετικό πίνακα με γενεαλογικά στοιχεία που σχεδίασε ο διαπρεπής και ειδικευμένος Δανός ερευνητής Κ. Λάγκμπορν (1863) μετά από ενδελεχή και πολύπλευρη μελέτη των πηγών. Ο πίνακας αυτός μεταφράστηκε στα ελληνικά το έτος 1928 από τον Καθηγητή Λατινικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Στέφανο Α. Κουμανούδη και αποδεικνύει ότι ο μακρινός πρόγονος του Γεωργίου Α΄ ήταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος. Αργότερα, ο πίνακας, η μετάφραση, τα στοιχεία και οι σημειώσεις περιήλθαν στην ιστορική και εθνολογική εταιρεία, η οποία δημοσίευσε εκλογή τους στο φερώνυμο Δελτίο της.
            Ο Δ. Κόκκινος, ένας από τους πιό αξιόλογους και σημαντικούς Έλληνες ιστορικούς αναφέρει: «ο οίκος λοιπόν του Γεωργίου Α΄ έχει γνησίας τας ρίζας της ελληνικής του καταγωγής». Ο Κ. Βερναρδάκης, ένας από τους κορυφαίους ιστοριοδίφες, απέδειξε τη βυζαντινογενή ρίζα των Βασιλέων υποστηρίζοντας ότι οι ρίζες της ελληνικής δυναστείας ανάγονται στον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα. Πρός την ίδια κατεύθυνση και ο ιστορικός Δ. Ρόζος με τη μελέτη του «Η βασιλεία εν Ελλάδι».
            Γενεαλογικό δένδρο παρουσιάζει  και ο Γερμανός ιστορικός Ντούργκεν όπου υποστηρίζει και αυτός την βυζαντινή καταγωγή της ελληνικής βασιλικής οικογένειας. Να σημειωθεί ότι η Όλγα, σύζυγος του Γεωργίου Α΄, είχε σύμφωνα με τον Π. Σούτσο βυζαντινή καταγωγή, ως διάδοχος της Σοφίας, κόρης του Θωμά Παλαιολόγου. Η εφημερίδα «Αιών» την αποκαλούσε Ελληνάνασσα Παλαιολογίνα.

      Ιωάννης Α΄ Χριστιανός – Παλαιολόγος (1439/1440 – 1513)
           Ο Ιωάννης Παλαιολόγος γεννήθηκε το έτος 1439 ή το έτος 1440. Ήταν υιός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και της Άννας-Σοφίας Παλαιολογίνας – Νοταρά. Τον Ιούνιο του 1453 άλλαξε το όνομά του σε Ιωάννης Χριστιανός για να σωθεί από του Τούρκους, οι οποίοι ήθελαν την εξόντωση του φυσικού διαδόχου και κληρονόμου του θρόνου του Βυζαντίου.
          Η μητέρα του, Άννα – Σοφία Νοταρά, παρέδωσε τον δεκατετράχρονο Ιωάννη σε μια θαλαμηπόλο της την Ειρήνη δώδεκα περίπου ώρες πριν την Άλωση της Πόλης, η οποία τον φυγάδευσε στην Ιταλία (Βενετία). Οι πιθανότητες διαφυγής του σκάφους, έστω και μέσα στη νύχτα, από τον κλοιό του τουρκικού στόλου δεν ήταν πολλές. Η διαφυγή τόσο του διαδόχου Ιωάννη όσο και λίγο αργότερα της μητέρας του Άννας, έγιναν με σκάφη που ανήκαν στον Ιουστινιάνη.
         Η Άννα ζήτησε από τον Ιωάννη να της υποσχεθεί ότι δε θα αποκάλυπτε σε κανέναν, πριν συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του, την αληθινή του ταυτότητα, ενώ παράλληλα έβαλε στον κόρφο του έναν παραπλανητικό πάπυρο, στον οποίο είχε γράψει η ίδια το υποτιθέμενο όνομά του: Ιωάννης Χριστιανός. Στο ίδιο εγκόλπιο η αυτοκράτειρα έβαλε και έναν δεύτερο πάπυρο, στον οποίο είχε γράψει τα στοιχεία για την αληθινή καταγωγή του εφήβου. Τον πάπυρο αυτό κουβαλούσε η θαλαμηπόλος της και παιδαγωγός του Ιωάννη, η Ειρήνη, με την εντολή να του τον παραδώσει, όταν θα βρίσκονταν σώοι και ασφαλείς στην ξένη γη.
          Ο μικρός Ιωάννης έδωσε με σοβαρότητα την υπόσχεση που του ζητήθηκε, αποχαιρέτησε τη μητέρα του και μέσα στη νύχτα ο καπετάνιος του ιστιοφόρου κατόρθωσε να διασχίσει τον Κεράτιο κόλπο, κυριολεκτικά κάτω από τα νώτα των πολιορκητών, και να οδηγήσει το σκάφος στο λιμάνι της Βενετίας. Αντίθετα η μητέρα του Άννα θα καταλήξει στη Νότια Ιταλία, όπου θα χάσει τα ίχνη του γιού της και θα μετακινηθεί στη Βενετία πολύ αργότερα.
           Στη Βενετία ο Ιωάννης εργάστηκε και σπούδασε με τη βοήθεια της Ειρήνης και έπειτα από δύο χρόνια θα τον θέσει υπό την προστασία του ένας ελληνολάτρης Γερμανός ευγενής και αξιωματικός, ο οποίος εκτίμησε τα σπάνια πνευματικά προσόντα και την ευφυΐα του και τον πήρε μαζί του στην αυστριακή πρωτεύουσα, τη Βιέννη. Εκεί φοίτησε στην περίφημη στρατιωτική ακαδημία. Μερικά χρόνια αργότερα η Ειρήνη πέθανε.
           Ο Ιωάννης φιλοξενήθηκε στο μέγαρο του φίλου και προστάτη του, που αγνοούσε την πραγματική του ταυτότητα, σχετίστηκε με την τοπική αριστοκρατία, ξεχώρισε για το ήθος του και διέπρεψε στις σπουδές του στην Πολεμική Ακαδημία από όπου και αποφοίτησε πρώτος. Διέθετε στρατιωτική ιδιοφυία, ήταν άριστος χειριστής του λόγου αλλά και του ξίφους, επιβλητικός στο παράστημα, σοβαρός, αξιοπρεπής, με ισχυρό χαρακτήρα και με αληθινά ηγεμονικούς τρόπους, ενώ ο ατίθασος χαρακτήρας του και η φιλοπεριπετειώδης φύση του τον ώθησαν σε αναζήτηση νέων οριζόντων.
           Την εποχή εκείνη ο βασιλιάς της Γερμανίας Φρειδερίκος Γ΄ είχε υιοθετήσει φιλειρηνική πολιτική και ο γιός του Μαρμαρωμένου Βασιλιά μετακινήθηκε, σε ηλικία είκοσι ετών, στη Γαλλία, όπου ο βασιλιάς Κάρολος Ζ΄ βρισκόταν σε σύγκρουση με την Αγγλία, για να καταταγεί ως απλός στρατιώτης στις τάξεις του γαλλικού στρατού. Οι αξιωματικοί τον ξεχώρισαν αμέσως, εντυπωσιασμένοι από το γιγαντόσωμο ανάστημά του και από τις ξιφομαχικές του ικανότητες, και τον παρουσίασαν στον Κάρολο Ζ΄, ο οποίος τον ρώτησε εάν επιθυμούσε να καταταγεί στην προσωπική του φρουρά (σωματοφυλακή) ως υπασπιστής του.
         Ο Ιωάννης ενθουσιάστηκε, αποδέχτηκε την πρόταση και έγινε δεκτός με το βαθμό του επιλάρχου (ταγματάρχη), για να διακριθεί στην αμέσως επόμενη κρίσιμη μάχη όχι μόνο για την γενναιότητα και την ανδρεία του, αλλά και για τον υψηλό δείκτη της ευφυΐας του. Ειδικότερα, εισηγήθηκε μια αιφνίδια και μη προβλέψιμη κυκλωτική κίνηση, που οι προϊστάμενοί του υιοθέτησαν ανενδοίαστα και του ανέθεσαν την υλοποίησή της. Επικεφαλής της ίλης του, ο νεαρός αξιωματικός βρέθηκε αστραπιαία στα αγγλικά νώτα και στη συνέχεια με ορμητική έφοδο διέσπασε τις εχθρικές γραμμές. Οι Βρετανοί διασκορπίστηκαν και η νίκη έστεψε τα γαλλικά όπλα.
          Μετά τη λήξη του γαλλοαγγλικού πολέμου, ο Κάρολος Ζ΄ προχώρησε στη σύναψη συμμαχίας με το ηνωμένο βασίλειο της Δανίας και της Νορβηγίας και άρχισε να ανταλλάζει συχνά επισκέψεις με τον Δανό ομόλογό του. Λίγους μήνες αργότερα ο Δανός βασιλιάς θα γνωρίσει τον Ιωάννη σε μια ανακτορική δεξίωση στο Παρίσι, θα εντυπωσιαστεί από το παράστημα, το ήθος, τα προσόντα, τις γνώσεις του, αλλά και από το γεγονός ότι κατείχε το βαθμό του επιλάρχου σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών.
         Ο Δανός βασιλιάς πρότεινε στον Ιωάννη να παραιτηθεί από το γαλλικό στρατό και να ενταχθεί στο δικό του στρατό με πολύ ανώτερο βαθμό, αλλά ο Ιωάννης αποκρίθηκε ευγενικά πώς χρωστούσε ευγνωμοσύνη στο Γάλλο ηγεμόνα και ότι μόνο ύστερα από τη δική του συγκατάθεση θα δεχόταν την πρόταση αυτή. Παρά την αντίθετη επιθυμία του, ο Γάλλος βασιλιάς συμφώνησε, για να μη δυσαρεστήσει τον ισχυρό σύμμαχό του.
         Ο Ιωάννης συνοδεύει το Δανό βασιλιά στην πρωτεύουσά του, την Κοπεγχάγη, όπου του απονεμήθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη. Ονομάστηκε υπασπιστής του Βασιλιά και έγινε σύντομα το ίνδαλμα του στρατού.
         Σε ηλικία 29 ετών (1468) στάλθηκε ως επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος στη Σουηδία, για να καταστείλει την εξέγερση των ντόπιων εναντίον των επικυρίαρχων Δανών. Υπέταξε τους επαναστατημένους Σουηδούς χωρίς αιματοχυσία, με την πειθώ και τη διπλωματική του ευστροφία. Κατόρθωσε να τους πείσει να καταθέσουν τα όπλα και αναγόρευσε τον Δανό Βασιλιά Χριστιανό Α΄ σε κυρίαρχο της Σουηδίας και της Γοτθίας.
         Όταν επέστρεψε στη Κοπεγχάγη ο Ιωάννης έγινε δεκτός με πρωτοφανείς τιμές. Η χαρά του βασιλέως για το κατόρθωμά του υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε έβγαλε τη βασιλική του σπάθη, την περίζωσε γύρω από τη μέση του Ιωάννη και τον έκανε Στρατηγό του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Ιωάννης γίνεται αντικείμενο καθολικής εκτίμησης και θαυμασμού, ενώ η μοναχοκόρη του βασιλιά, Μαρία, τον ερωτεύεται παράφορα, χωρίς ωστόσο να τολμήσει να το αποκαλύψει στους γονείς της.
         Ο Ιωάννης δεν άργησε να την ερωτευτεί και το αμοιβαίο αίσθημα ακολούθησε γρήγορα το ειδύλλιο. Κάποιος όμως μικρόψυχος αυλικός έσπευσε να καταγγείλει το ειδύλλιο στον πατέρα της πριγκίπισσας και αυτός αποφάσισε να απομακρύνει για λίγο τον προσφιλή του στρατηγό από τα ανάκτορα, αφού προηγουμένως ενημερωθεί για την καταγωγή του.
        Μολονότι είχαν απομείνει ελάχιστοι μήνες για την συμπλήρωση του τριακοστού έτους της ηλικίας του, ο Ιωάννης δε θέλησε να αθετήσει το λόγο του και δήλωσε στον πατέρα της αγαπημένης του ότι δεσμευόταν από κάποια παλαιά του υπόσχεση, η οποία δεν του επέτρεπε να αποκαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας του. Ο βασιλιάς απόρησε και παρερμηνεύοντας όσα άκουσε, ζήτησε να μάθει εάν η σιωπή σήμαινε ότι ο στρατηγός του είχε λόγους να ντρέπεται για την καταγωγή του.
           Στενοχωρημένος ο Ιωάννης απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, αλλά αντίθετα δικαιούνταν να αισθάνεται υπερηφάνεια για τους προγόνους του. Με οξυμένη στο έπακρο την περιέργειά του ο Δανός ηγεμόνας αντιλαμβάνεται πώς πρόκειται για κάτι σοβαρό. Ορκίστηκε στο ξίφος του ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανένα το μυστικό του στρατηγού. Τότε ο Ιωάννης έβγαλε συγκινημένος από το λαιμό το εγκόλπιό του κι έδωσε στο βασιλιά να διαβάσει τον πάπυρο που βρισκόταν μέσα σε αυτό, τον οποίο του τον είχε δώσει η μητέρα του.
            Ο Κουτλουμουσιανός αναφέρει σχετικά:
« Ο βασιλεύς, κατεχόμενος υπό περιεργείας αλλά και υπό αορίστου συγκινήσεως, ήρξατο της αναγνώσεως και όταν επληροφορήθη, από το ιδιόχειρον σημείωμα της αυτοκράτειρας Άννας – Σοφίας, ότι ο Ιωάννης Κωνσταντίνου Παλαιολόγος μετωνομάσθη εις Ιωάννην Χριστιανόν,έμεινεν έκπληκτος και ερώτα εν αρχή τον Ιωάννην: ‘‘Συ, λοιπόν, εί υιός του ενδόξου εκείνου αυτοκράτορος; Συ εί Πρίγκιψ διάδοχος του πεπτωκότος βυζαντινού κράτους; Δια τίνα λόγον ηρνείσο την ομολογίαν και απέκρυψες επί τόσον μακρόν χρονικόν διάστημα την ένδοξον βασιλικήν καταγωγήν σου;’’ .
        Τότε ο Ιωάννης ηναγκάσθη να διηγηθή τα πάντα. Η συγκίνησις και η ταραχή του βασιλέως ήσαν τόσο έντονοι, ώστε, εναγκαλισθείς τον Ιωάννην, έκλαιε και κατεφίλει αυτόν. Εν τέλει εδέησε να παρέλθη αρκετή ώρα, όπως συνέλθη. Ακολούθως, υπείκων εις την επιμονήν της συζύγου αυτού, κατέστησε γνωστήν την καταγωγήν του Ιωάννου, λέγων προς αυτήν: ‘‘Εις αυτόν, φίλτατη, ανήκει το στέμμα τούτο και το βασίλειον της Δανίας και της Νορβηγίας και ολόκληρης της Ευρώπης. Εις αυτόν ανήκει η απέραντος αγάπη και εκτίμηση και του λαού μας’’».
        Μετά από αρκετές ημέρες ο βασιλιάς ανάγγειλε στο λαό του τη μνηστεία και τον προσεχή γάμο του Ιωάννη Χριστιανού – Παλαιολόγου με την κόρη του Μαρία και τη μελλοντική ανάρρησή του στο δανικό θρόνο. Έπειτα, στις 21 Μαΐου 1481 έγινε Βασιλεύς της Δανίας.
         Ασπάστηκε το καθολικό δόγμα. Καθιέρωσε νέο νόμισμα και ενίσχυσε το δανικό ναυτικό. Σκοτώθηκε σε μάχη στις 20 Φεβρουαρίου 1513. Ήταν ένας άνθρωπος ανοικτός, φιλικός σε αντίθεση με την σοβαρότητα (ακόμα και ημιψυχρότητα) των Σκανδιναβικών χωρών, με καθαρά μεσογειακά χαρακτηριστικά. Όπως τον χαρακτήριζαν, ήταν ένας «απλός θνητός Βασιλιάς».
         
            Επίλογος. Η ονομασία «Γκλύξμπουργκ».
           
            Είναι γεγονός ότι η δυναστεία των Παλαιολόγων δε χάθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωάννης Χριστιανός – Παλαιολόγος είναι σίγουρο ότι υπήρξε και ήταν ελληνικής καταγωγής πατρός τε και μητρός. Έγινε δανικής καταγωγής (πρωτότοκος υιός του Χριστιανού Α΄ και της Δωροθέας) και έτσι αποκρύφτηκε η πραγματική του ταυτότητα και εικόνα, με αποτέλεσμα μετά από παρεμβάσεις άλλων η ιστορία να γράψει τον Ιωάννη ως Δανό.
            Γιατί δεν μας εξηγεί «η συμβατική ιστορία» για το ότι η γενιά της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, όπως και η δανική και η νορβηγική, ονομάζεται «γενιά των Χριστιανών»;;;
            Ο Ιωάννης Α΄ Χριστιανός – Παλαιολόγος μεταλαμπάδευσε τα βυζαντινά ιδεώδη στην χώρα της Δανίας, ιδρύοντας μία νέα βασιλική δυναστεία, απόγονος της οποίας 400 χρόνια μετά ήρθε να κυβερνήσει το Βασίλειο της Ελλάδας (βλέπε Βασιλεύς των Ελλήνων Γεώργιος Α΄). Μια Ελλάδα φυσικό κληρονόμο, διάδοχο και συνεχιστή της ένδοξης βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αυτός ο «χαμένος» απόγονος των Παλαιολόγων βρίσκεται πίσω από την δυναστεία που κακώς σήμερα αποκαλείται «δυναστεία των Γκλύξμπουργκ».
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1860 τα δουκάτα Σλέσβιχ–Χολστέιν, Σόνεμπουργκ και Γκλύξμπουργκ ήταν γερμανικές επαρχίες που είχαν περιέλθει προσωρινά στην κατοχή της Δανίας, για να προσαρτηθούν αργότερα απο την Πρωσία και να ανήκουν σήμερα στη Γερμανία. Το Γκλύξμπουργκ είναι ένα τοπωνύμιο. Πρόκειται ουσιαστικά για κωμόπολη του νομού Σλέσβιγκ της Πρωσίας, όπου είχε οικοδομηθεί τα έτη 1582-1587 ανάκτορο, το οποίο φέρει μέχρι σήμερα το όνομα Γκλύξμπουργκ, στο οποίο διέμεναν οι δούκες που ο τίτλος τους περιλάμβανε  και το όνομα της περιοχής για να ξεχωρίζουν από τους ομότιτλους τους. Η λέξη Γκλύξμπουργκ είναι Γερμανική, σύνθετη από το GLUCK (τυχερός, ευτυχισμένος) και το BURG (κάστρο, πύργος).
 Κανένα μέλος της βασιλικής οικογένειας της Δανίας δεν καταγόταν απο εκεί ούτε φυσικά χρησιμοποίησε το επίθετο Γκλύξμπουργκ, το οποίο είναι δημιούργημα κακοήθειας και κακοποίησης της αλήθειας. Ειδικότερα, το έτος 1915 η Μεγ. Βρετανία και η Γαλλία καθιέρωσαν τη χρήση της προσφώνησης «Κύριος Γκλύξμπουργκ». Η εξήγηση απλή. Ο ανταποκριτής του associated press Χίμπεν παρουσίασε ντοκουμέντα όπου οι σύμμαχοι δεν ήθελαν να μετάσχει η Ελλάς στον πόλεμο στα Στενά και δήλωναν ότι δεν ήθελαν να μπεί στην Πόλη ο διάδοχος του Παλαιολόγου.
            Θα πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως ότι οι βασιλείς της Δανίας ουδέποτε είχαν επίθετο, και τα αρμόδια υπουργεία δικαιοσύνης και εσωτερικών του βασιλείου της Δανίας, με απόφαση τους, έχουν πάρει σαφή θέση επί του θέματος του επιθέτου: «…από το βασιλιά Χριστιανό IX και εφεξής κανείς Δανός βασιλιάς ή μέλος της δανικής βασιλικής οικογένειας δεν φέρει ή έφερε το όνομα Γκλύξμπουργκ ή οποιοδήποτε άλλο επώνυμο…»
            Αναφορικά όμως με το όνομα Γκλύξμπουργκ υπάρχει και η ιστορική επιστολή με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1983 από το γραφείο της βασίλισσας της Δανίας με την οποία παρατίθεται η απαντητική επιστολή του δανού πρωθυπουργού την 1η Ιουλίου 1983 που είχε επιδοθεί και στο γραφείο του τότε Έλληνα πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Με αυτήν αποδεικνύεται περίτρανα με τον πιο επίσημο τρόπο η αυθαιρεσία της χρήσης του Γκλύξμπουργκ ως επιθέτου για την ελληνική βασιλική οικογένεια.
            Αρκετά χρόνια αργότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας σε συνεδρίαση της Ολομέλειάς του με την υπ.αριθ. 4575/1996 απόφασή του, αποφάνθηκε μεταξύ των άλλων ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγνωρίζεται ως «Κωνσταντίνος, πρώην βασιλιάς των Ελλήνων». Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι: «Ο αιτών, τέως βασιλιάς των Ελλήνων, έκπτωτος ήδη, σύμφωνα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974, στερείται επωνύμου λόγω των ιστορικών περιστάσεων και ειδικότερα γιατί οι βασιλιάδες των Ελλήνων δεν είχαν επώνυμο (βλέπε συναφώς Ψήφισμα της Β’ των Ελλήνων Συνέλευσης της 18.3.1863, καθώς και το έγγραφο του Γραφείου του Πρωθυπουργού της Δανίας με ημερομηνία 1.7.1983, το οποίο πιστοποιεί ότι από το βασιλιά Χριστιανό IX και εφεξής κανείς Δανός βασιλιάς ή μέλος της δανικής βασιλικής οικογένειας δεν φέρει ή έφερε το όνομα Γλύξμπουργκ ή οποιοδήποτε άλλο επώνυμο».
            Οι βιολογικές όμως σχέσεις –συνδέσεις με το Βυζάντιο δεν περιορίζονται μονάχα στη διαδρομή Κωνσταντινουπόλεως – Δανίας, αλλά επεκτείνονται σε Ρωσία και Γερμανία. Στη Ρωσία με την περίπτωση της Άννας, αδελφής του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, που παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Βλαντιμίρ της Ρωσίας με κατάληξη τον πλήρη εκχριστιανισμό και τη βάπτιση του Ρωσικού λαού, και στη Γερμανία με την περίπτωση της Θεοφανώς η οποία παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθων Β΄,απέκτησε μαζί του τον Όθωνα Γ΄ τον οποίο διαπαιδαγώγησε τόσο ώστε απεκλήθη «θαύμα του κόσμου» (mirabilia mundi). Όπως παραδέχεται σχετικώς ο Γερμανός ιστορικός Φ. Σλόσσερ, η Θεοφανώ εκπολίτισε τους βάρβαρους μέχρι τότε (972 – 983 μ.Χ) Γερμανούς, ωθόντας τους να γνωρίσουν καλύτερα τον ελληνικό πολιτισμό.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
v     Γουσταύος Σλούμβερζε, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η Πολιορκία και Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, μτφρ Σπυρ. Π. Λάμπρου, εκδόσεις Πελεκάνος.
v     Κριτόβουλος Μιχαήλ, Βυζαντίου Άλωσις, εκδ. Δημιουργία.
v     Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Βυζαντίου Άλωσις – Αποδείξεις Ιστοριών Η΄, εκδ. Δημιουργία.
v     Λεονάρδος Γιώργος, Οι Παλαιολόγοι, εκδ. Λιβάνη.
v     Μπαρμπής Κ. Ν., «Η Ελλάδα ξανασταυρώνεται – Πικρά χρόνια εξορίας».
v     Μπαρμπής Κ. Ν., Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος – Δραγάσης : Ο Λεωνίδας του Βυζαντίου, εκδ. Λογοθέτης.
v     Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «ΗΛΙΟΥ», τόμος 7ος «ΕΛΛΑΣ», εκδ. 1947.
v     Παπαρρηγόπουλος Κωνσταντίνος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμοι 14ος και 16ος, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ.
v     Τριανταφύλλου Σπ. Β., «Η Βασιλεία εν Ελλάδι και οι παραδόσεις περί καταγωγής του Ελληνικού Βασιλικού Οίκου».
v     Φραντζής Γεώργιος (Σφραντζής), Η Άλωση της Πόλης, εκδοτική Θεσσαλονίκης.

επιμέλεια - συγγραφή: Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος  
*Ιστορικός - συγγραφέας, Αρχειονόμος - Βιβλιοθηκονόμος, υποψήφιος διδάκτωρ  (επικοινωνία: email. kostassxoinos@yahoo.com, τηλ. 6945832094)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου