Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

Ελληνοχώρι Κορινθίας (παλαιά ονομασία Λιμοχώρι)

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

 «Ελληνοχώρι Κορινθίας»


(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Γνώμη Πολιτών» περιοχής Βόχας – Σικυώνος, φ. 48 / β΄ 15νθήμερο Ιανουαρίου 2014  (Μέρος Α΄), φ. 49 / α΄ 15νθήμερο Φεβρουαρίου 2014  (Μέρος Β΄), φ. 50 / β΄ 15νθήμερο Φεβρουαρίου 2014 (Μέρος Γ΄), φ. 51 / Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014 (Μέρος Δ΄),

Γενικά στοιχεία

Με την ονομασία «Ελληνοχώρι» εντοπίζονται δύο οικισμοί στην ελληνική επικράτεια. Ο πρώτος βρίσκεται στο Νομό Έβρου (Δήμος Διδυμοτείχου) και ο δεύτερος στο Νομό Κορινθίας (Δήμος Βέλου – Βόχας). Το Ελληνοχώρι του νομού Κορινθίας είναι ένας ημιορεινός οικισμός (χωριό), που βρίσκεται νότια του Βέλου σε υψόμετρο 219 μ. και υπάγεται διοικητικά στο δήμο Βέλου – Βόχας. Βρίσκεται 31 χλμ νοτιοδυτικά της Κορίνθου και 4,5 χλμ Ν-ΝΔ του χωριού Βασιλικό σε απόσταση 1 χλμ ΝΔ από το βουνό Μπαρδούνια. Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Αποτελεί οικιστικό κέντρο 5ου επιπέδου, αφού πρόκειται για έναν μικρό πληθυσμιακά οικισμό με κύρια χρήση την κατοικία. Το σημείο που είναι χαρακτηριστικό του χωριού είναι η μεγάλη πλατανοσκέπαστη ρεματιά του. Μέσα από αυτό το μεγάλο «βύθισμα», που είναι γνωστό και ως μπαστήρι ή ως Grand Canyon του Ελληνοχωρίου, φαίνεται το φυλασσόμενο πευκοδάσος και το φράγμα του Ασωπού ποταμού. Το ρέμα αυτό του Ελληνοχωρίου καταλήγει στο χωριό Ταρσινά.

            Προέλευση ονομασίας οικισμού

Η παλαιά ονομασία «Λιμοχώρι» είναι λέξη σύνθετη και αποτελείται από τις λέξεις Λειμών και χωριό. Ο Λειμών[1] σημαίνει τόπος χλοώδης, ανθηρός και κάθυδρος, λιβάδι. Από τη λέξη αυτή προέρχεται και το επίθετο Λειμώνιος που σημαίνει λιβαδήσιος. Το χωριό ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν ένας απέραντος καταπράσινος και εύφορος λιβαδότοπος. Να σημειωθεί ότι στη γλώσσα των αλβανοφώνων Λιμικό σημαίνει Ελληνικό. Ο ιστορικός Ιωάννης Ε. Πέππας στο έργο του «Μεσαιωνικές σελίδες της Κορινθίας και του Μορέως», στο κεφάλαιο Α΄ «Τοπωνύμια της γεωγραφικής εκτάσεως της σημερινής Κορινθίας», μας πληροφορεί ότι από το τέλος του 15ου αιώνα έως την τελευταία δεκαετία του 17ου αιώνα η βενετική απογραφή και οι γεωγράφοι της Βενετοκρατίας δε μνημονεύουν καθόλου το Λιμοχώρι.

                                      Η μεγάλη πανέμορφη ρεματιά του Ελληνοχωρίου.

            Το έτος 1886 αναφέρεται ότι το Λιμοχώρι είχε 75 κατοίκους, οι οποίοι μιλούσαν μόνο την ελληνική γλώσσα. Το χωριό δεν κατοικούνταν ούτε από Οθωμανούς ούτε από Αλβανούς. Οι πρώτοι του κάτοικοι ήταν από την ορεινή Καρυά και οι Καρυώτες ήξεραν να ομιλούν μονάχα την ελληνική γλώσσα.  Το έτος 1933 οι κάτοικοι του Λιμοχωρίου υπέβαλαν αίτηση στο Υπουργείο Εσωτερικών για την αλλαγή του ονόματος του χωριού από Λιμοχώρι σε Καλλιθέα, λόγω της πανοραμικής του θέσεως. Ο τότε υπουργός δέχθηκε την αλλαγή του ονόματος της κοινότητας και την 11η Δεκεμβρίου του έτους 1933 τη μετονόμασε[2] σε κοινότητα Ελληνοχωρίου, ορμώμενος από τη χρήση στην καθομιλουμένη μόνο της ελληνικής γλώσσας και της απουσίας Τουρκαλβανών στο χωριό.

Διοικητική εξέλιξη – αυτοδιοικητικές μεταβολές

Η πρώτη αναφορά για τον οικισμό «Λιμοχώρι» καταγράφεται το έτος 1853, όπου μνημονεύεται από τον περιηγητή Ραγκαβή ως θέση αγροτική υπαγόμενη διοικητικά – χωροταξικά στον τότε δήμο Κορίνθου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Πέτρο Τσιούγκο, πρώτος κάτοικος του Ελληνοχωρίου υπήρξε ο Δημήτριος Ι. Κόσκος, ο οποίος ήρθε μαζί με την οικογένειά του και τα ζώα του για τα χειμαδιά από την ορεινή Καρυά. Διέμενε αρχικά σε σπηλιές (γαλάρια), οι οποίες βρίσκονταν παραπλεύρως της σημερινής κεντρικής οδού του χωριού και συγκεκριμένα σε ιδιοκτησία του κληρονόμου του, Ευάγγελου Κ. Τσιούγκου.

            Κατά τη χρονική περίοδο 1818 – 1823 κατέβηκαν από την ορεινή Καρυά με γιδοπρόβατα και άλλες οικογένειες. Επιδόθηκαν μάλιστα και σε γεωργικές εργασίες, πράγμα που κατέστησε τη διαμονή τους μονιμότερη. Μέχρι το έτος 1823 στο Ελληνοχώρι ζούσαν έξι οικογένειες. Την άνοιξη του έτους 1824 οι Λιμοχωρίτες – Καρυώτες, μη μπορώντας να αντέξουν αυτές τις συνθήκες ζωής, επέστρεψαν στην Καρυά. Πολλές όμως ήταν οι οικογένειες που δεν κατοικούσαν μόνιμα στην περιοχή, αλλά έρχονταν κάθε έτος στην περίοδο των πρώτων βροχών, για να σπείρουν δημητριακούς καρπούς και πάλι το καλοκαίρι για να τους θερίσουν. Αυτό γίνονταν επί μία επταετία (1824 – 1831) ακολουθώντας τον εξής δρόμο: Καρυά – Τρίκαλα – Μάρκασι – Μάτσανι – Λιμοχώρι. Τη χρονική περίοδο 1831 – 1880 ήρθαν και άλλοι Καρυώτες, οι οποίοι έγιναν μόνιμοι κάτοικοι Λιμοχωρίου. Μέχρι το έτος 1860 υπήρχαν 13 οικογένειες και 78 μόνιμοι κάτοικοι, οι οποίοι ζούσαν σε χαμηλά πετρόκτιστα σπίτια με τρία δωμάτια γι’ αυτούς και αποθήκες για τα ζώα και τις τροφές. Την περίοδο 1860 – 1880 εκτός των 13 οικογενειών, έρχονταν και έμεναν και πολλοί άλλοι Καρυώτες συγγενείς τους.

Βασικό πρόβλημα του οικισμού «Λιμοχωρίου» ήταν η εχθρική στάση των κατοίκων του με ένα άλλο μεγάλο γειτονικό χωριό, τις Κρήνες (Ιμπραϊμπεη). Συνεχείς υπήρξαν οι οχλήσεις που υφίσταντο οι Λιμοχωρίτες κυρίως σε ότι αφορά το χώρο βοσκής (βοσκοτόπια) των γιδοπροβάτων τους, με κατάληξη να σημειωθούν διενέξεις, ξυλοδαρμοί και δικαστικές διαμάχες για πολλές αιτίες. Οι Λιμοχωρίτες υπέβαλαν γραπτά υπομνήματα, ζητώντας την αυτονομία του Λιμοχωρίου, ως κοινότητα, για να σταματήσουν οι συγκρούσεις με το Ιμπραήμπεη. Στο υπόμνημά τους αυτό ανέφεραν την ύπαρξη εκκλησίας, κτιρίου στέγασης του δημοτικού σχολείου, κοιμητηρίου και του απαιτούμενου πληθυσμού σε συνδυασμό με την αναγκαία οικονομική δύναμη για τη δημιουργία αυτόνομης κοινότητας. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τον Φεβρουάριο του έτους 1899 συνεστήθη και Γραμματοσχολείο στο Ελληνοχώρι, μετά από πρόταση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Κορινθίων, η οποία είχε ως εξής: «...Υφίσταται ανάγκη απολύτως συστάσεως Γραμματοδιδασκαλείου εν τω χωρίω του Δήμου, λόγω της απομακρυσμένης αποστάσεως αυτού από του μάλλον προσεγγίζοντος του χωρίου Βέλλου εν ώ υπάρχει δημοτικόν Σχολείο...»[3].

 ΦΕΚ αριθ. 262, τ. Α - 31.8.1912 (περί αναγνωρίσεως των κοινοτήτων Λιμοχωρίου, Χαλκίου, Σουληναρίου).

Απο το έτος 1853 μέχρι το έτος 1912 ο οικισμός του Λιμοχωρίου ανήκε αυτοδιοικητικά στο δήμο Κορινθίων. Το έτος 1912 ο οικισμός Λιμοχώρι αποσπάστηκε από το δήμο Κορινθίων και ορίστηκε ως έδρα αυτόνομης κοινότητας[4]. Τον Απρίλιο του έτους 1949 η κοινότητα αποσπάται από το νομό Αργολίδας και Κορινθίας, και υπάγεται στο νομό Κορινθίας[5]. Η κοινότητα διατήρησε την αυτοδιοίκησή της μέχρι το έτος 1997, όπου καταργήθηκε και προσαρτήθηκε αυτοδιοικητικά στον Καποδιστριακό δήμο Βέλου[6]. Το έτος 2010 ο οικισμός προσαρτήθηκε στον Καλλικρατικό δήμο Βέλου – Βόχας και αποτελεί τοπική κοινότητα.

            Πληθυσμιακά στοιχεία

1860:  Οικογένειες 13, κάτοικοι 78, [Π.Τσιούγκος, Ελληνοχώρι: αρχαία και νέα ιστορία του χωριού μου].

1879: Κάτοικοι 75, [Απογραφή πληθυσμού / Χουλιαράκης Α2, 59].

1886: Κάτοικοι 75, [Απογραφή πληθυσμού / Μηλιαράκης, 111].

1889: Κάτοικοι 100, [Απογραφή πληθυσμού / Χουλιαράκης Α2, 121].

1896: Κάτοικοι 117, [Απογραφή πληθυσμού / Χουλιαράκης Α2, 189].

1901: Κάτοικοι 117, [Νουχάκης τ. Β΄, σελ. 478].

1907: Κάτοικοι 133, [Απογραφή πληθυσμού].

1928: Κάτοικοι 140, [Απογραφή πληθυσμού].

1940: Κάτοικοι 209, [Απογραφή πληθυσμού].

1951: Κάτοικοι 238, [Απογραφή πληθυσμού].

1961: Κάτοικοι 254, [Απογραφή πληθυσμού].

1971: Κάτοικοι 254, [Απογραφή πληθυσμού].

1981: Κάτοικοι 277, [Απογραφή πληθυσμού].

1991: Κάτοικοι 274, [Απογραφή πληθυσμού].

2001: Κάτοικοι 361, [Απογραφή πληθυσμού].

2011: Κάτοικοι 335, [Απογραφή πληθυσμού].

 

Αρχαίοι Χρόνοι

Κατά τους αρχαίους χρόνους το Ελληνοχώριον υπαγόταν διοικητικά στη Πόλη – Κράτος της Σικυώνας. Ο Έλληνας γεωγράφος Στράβων (9.2.1931) αναφέρει τα εξής: «Στεφανίτην επέδειξαν ελευθερίαν προσαγορεύσαντες εν τη μάχη, έστι δε και εν Σικυώνη δήμος Πλαταιαί όθενπερ ην Μνασακλής, ο ποιητής». Με αυτήν του την αναφορά ο Στράβων μας πληροφορεί για την ύπαρξη δύο Πλαταιών. Η μία που βρισκόταν στην Αττική και η δεύτερη που ήταν στη Σικυώνα. Ο Δήμος Πλαταιών βρισκόταν πιθανόν απέναντι από την αρχαία Σικυώνα (σημ. Βασιλικό) και νοτιοανατολικά του Ασωπού ποταμού, δηλαδή στην περιοχή του Βέλου πάνω από το σημερινό κοιμητήριο του Αγ. Σεραφείμ, Αγ. Τρύφωνα και Αγ. Μαρίνας και ίσως να εκτεινόταν και προς τις Κρήνες (Ιμπραήμπεη). Να σημειωθεί ότι η «τοποθεσία Μάρμαρα» της δημοτικής κοινότητας Βέλου έχει κηρυχτεί ως αρχαιολογικός χώρος[7]. Είναι φυσικός χώρος και αρχαιολογική θέση.

Ο Έλληνας ιστορικός Ξενοφών (4.2,14.15) αναφέρει ότι κατά τον Κορινθιακό πόλεμο (394 π. Χ.) είχαν συμμαχήσει οι Θηβαίοι, οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι και οι Αργίτες κατά των Σπαρτιατών και των Σικυωνίων: «Πορευόμενοι σχεδόν τι άμα οι μεν περί της Κορινθίας εν τη Νεμέα ήσαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι εν τω Σικυώνη εμβαλλόντων δι’ αυτού κατά την Επιείκειαν». Και συνεχίζοντας (4.4.13) αναφέρει ότι: «Και τειχίσας ο Λακεδαιμόνιος Πραξίτης, ίνα φρούριο η προ της φιλίας τοις συμμάχοις».

Ο Λακεδαιμόνιος Πραξίτης μετά τη νίκη του και την επικράτησή του, φεύγοντας για τη Σπάρτη έκτισε φρούριο σε ένδειξη φιλίας προς τους Σικυωνίους και για την προστασία της πόλης της Επιείκειας. Ο Ξενοφών αναφέρει ότι η Επιείκεια ήταν οχυρή πόλη, από όπου οι Σικυώνιοι μαζί με τους Λακεδαιμόνιους εισέβαλαν στην Κόρινθο, δηλαδή ότι η θέση της ήταν κατάλληλος τόπος για τη συγκέντρωση στρατευμάτων πριν την εξόρμηση στη μάχη. Ο περιηγητής Ρός τοποθετεί την πολιτεία της Επιείκειας νότια του χωριού Κρήνες (Ιμπραήμπεη) και βόρεια του χωριού Στιμάγκα. Όπως προκύπτει κατά τη μελέτη και επεξεργασία των έργων του αρχαίου ιστορικού Ξενοφώντα, αλλά και του νεότερου περιηγητή Ρός, φαίνεται πως η Επιείκεια ανήκε στην περιφέρεια του Ελληνοχωρίου και πιθανόν στη θέση «Λειβάδια» να βρισκόταν το κέντρο της πόλης.

Ιερό των Ευμενίδων – Βωμός των Μοιρών

Στο δρόμο προς την Τιτάνη, μετά από είκοσι περίπου στάδια (3,85 χλμ) και αφού διαβούμε τον Ασωπό ποταμό, συναντάει κανείς ένα άλσος από πουρνάρια και ένα ιερό θεοτήτων, τις οποίες οι Αθηναίοι ονομάζουν Σεμνές και οι Σικυώνιοι Ευμενίδες. Κάθε χρόνο τελούνταν εκεί γιορτή, που διαρκούσε μία ημέρα, κατά την οποία θυσίαζαν εγκυμονούσες προβατίνες. Συνήθιζαν επίσης να κάνουν σπονδές με υδρομέλι και να προσφέρουν και στο βωμό των Μοιρών, που βρισκόταν σε ένα ξέφωτο του ιδίου άλσους. Στο ιερό αυτό των Ευμενίδων, που βρίσκεται μεταξύ Σικυώνος και Τιτάνης, για να πάει ο περιηγητής Παυσανίας, λοξοδρόμησε σε μονοπάτι αριστερά και επομένως χρειάστηκε να περάσει στην αντικρινή (δεξιά) όχθη του Ασωπού και μετά τη διάβαση του ποταμού να βαδίσει είκοσι στάδια (3,5 περίπου χλμ). Από τη θυσία έγκυου ζώου που εκεί συνηθίζονταν, είναι φανερό ότι οι Ευμενίδες τιμώνται ως θεότητες της ευφορίας τόσο των ανθρώπων και των ζώων, όσο και των καρπών της γης και όχι σαν χθόνιες θεότητες. Οι Μοίρες ήταν εδώ προστάτριες του τοκετού. Επειδή ήταν αυστηρές θεότητες, όπως και οι συλλατρευόμενες Ευμενίδες, οι Σικυώνιοι φρόντιζαν πρώτα να τις γλυκάνουν με χοές από μέλι και άνθη.

Ευμενίδες

Έτσι ονομάζονταν οι Ερινύες στη Σικυώνα όπου και τις τιμούσαν. Το ίδιο έγινε αργότερα και σε άλλες ελληνικές πόλεις, κυρίως στην Πελοπόννησο, πιθανόν για εξιλέωση ή κατ’ ευφημισμόν. Τις θεωρούσαν αγαθές θεότητες, προστάτιδες της φυσικής τάξης. Οι Ερινύες ήταν μυθολογικές θεότητες και το έργο τους ήταν η εκδίκηση και η τιμωρία των εγκλημάτων. Ήταν κόρες της Γαίας και του Σκότους, παριστάνονταν ως γριές με μαύρο δέρμα και φίδια αντί για μαλλιά. Τα ονόματά τους ήταν Αληκτώ, Τισιφόνη και Μέγαιρα, και σήμαιναν αντίστοιχα το αδυσώπητο, την εκδίκηση του φόνου και ίσως την οργή. Καταδίωκαν και τιμωρούσαν προπάντων εκείνους που παραβίαζαν τους οικογενειακούς νόμους. Στην Αθήνα η λατρεία τους ήταν συνυφασμένη με το θρύλο του Ορέστη, ο οποίος καταδιωκόταν από τις Ερινύες για τη μητροκτονία, ώσπου κέρδισε από τον Άρειο Πάγο την αθώωσή του. Από τότε οι Ερινύες έγιναν Ευμενίδες.

Περίοδος Τουρκοκρατίας

Η προσφορά των έξι πρώτων οικογενειών που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο Ελληνοχώρι υπήρξε σημαντική κατά την Επανάσταση του έτους 1821. Τον Μάϊο του έτους 1821 κάποιοι, ανάμεσά τους και ο Δ. Κόσκος, ακολούθησαν τον οπλαρχηγό και χιλίαρχο Παπανίκα.

Ο Δ. Κόσκος γνώριζε την τέχνη του βοσκού και εκείνη του «γύφτου», δηλαδή του σιδερά. Έμαθε γράμματα στο Κρυφό Σχολείο του μοναστηριού του Φενεού. Λέγεται ότι ορκίστηκε από τον ηγούμενο Ναθαναήλ στο ιερό ευαγγέλιο και πήρε το ψευδώνυμο «Γεράσιμος». Αυτή ήταν και η πράξη μύησής του στην προετοιμασία της Επανάστασης. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και συνορκίστηκε την 25η Μαρτίου του έτους 1821 «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Η΄ ΘΑΝΑΤΟΣ» στην Αγία Λαύρα. Πέθανε δίπλα στον οπλαρχηγό Παπανίκα κατά τη μάχη του Ζαρακά της Στυμφαλίας.Στα γιουρούσια (επιθέσεις) εναντίον των Τούρκων στο Ιμπραήμπεη (Κρήνες) και στο Βέλο, συμμετείχαν μαζικά γέροι, νέοι και γυναίκες από τις σπηλιές. Οι Τούρκοι όμως έκαψαν το μοναστήρι της Παναγίας του Γιουρούτση και το μοναστήρι στα Βαρδούνια, θεωρώντας ότι οι επιθέσεις προέρχονται από αυτά.

Την 22α Ιανουαρίου του έτους 1823, μετά από πολλές μάχες και κατόπιν συνθηκολόγησης, παραδόθηκε από τους Οθωμανούς το κάστρο του Ακροκορίνθου στους Έλληνες αγωνιστές. Σε μία από τις επιθέσεις αυτές για την πρώτη πολιορκία αυτού του κάστρου σκοτώθηκαν οι Λιμοχωρίτες Μπράβος και Τσιώτος, οι δύο από τους τέσσερις που ξεκίνησαν από τις σπηλιές των Λιμοχωριτών το Μάϊο του έτους 1821.

Περίοδος Κατοχής 1941 – 1944

Οι δυνάμεις των Ιταλών ήταν οι πρώτες που έφθασαν στο Ελληνοχώρι τον Μάϊο του έτους 1941. Μια από τις πρώτες τους ενέργειες ήταν να κατασχέσουν τα κυνηγετικά όπλα. Σε γενικές γραμμές υπήρξαν πολλοί απαιτητικοί. Κατά τη διάρκεια της Ιταλικής κατοχής το Ελληνοχώρι στερήθηκε τα ζώα του, ημίονες και ίππους, τα οποία ήταν τόσο απαραίτητα για τις αγροτικές υποχρεώσεις. Η στέρηση των ζώων, λόγω της επίταξης από τους Ιταλούς, ήταν θέμα ζωτικό. Μετά τους Ιταλούς ήρθαν οι Γερμανοί. Την 14η Σεπτεμβρίου του έτους 1944  οι Γερμανοί, φεύγοντας από την Κορινθία, έριξαν περίπου δέκα οβίδες με στόχο να καταστρέψουν το χωριό. Ευτυχώς οι οβίδες αστόχησαν. Στα Αρχεία της Διεύθυνσης του Στρατού για την περίοδο 1940-1945  δεν μνημονεύονται ονόματα πεσόντων αξιωματικών ή οπλιτών. Για τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση φονεύθηκε από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς ο στρατιώτης Χρυσανθόπουλος[8]  Ευστάθιος του Δημ.

Περίοδος Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949

Τον Ιούνιο του έτους 1943 ήρθαν πέντε άνδρες, οι τρείς ένοπλοι, οι οποίοι ήταν οργανωτές του ΕΑΜ και πρότειναν την οργάνωση του χωριού. Αφού πρώτα εξήγησαν τον ρόλο, την αποστολή και την ανάγκη ύπαρξης του ΕΑΜ, ορίστηκε ως υπεύθυνος ο τότε γραμματέας της κοινότητας Φώτιος Δ. Τρίμης. Ο υπεύθυνος, κατόπιν εντολής, κατάρτισε πενταμελές συμβούλιο, που διοίκησε το χωριό έως τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 1944 και στο οποίο συμμετείχαν οι  Φώτιος Δ. Τρίμης  ως υπεύθυνος του ΕΑΜ, Παναγιώτης Δ. Τρίμης ως Α΄ Γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Παπαδόπουλος ως υπεύθυνος ΕΤΑ και ΚΚΕ, Γεώργιος Α΄ Ψυχογιός ως υπεύθυνος του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ, Ανδρέας Βουδούρης ως υπεύθυνος ΕΠΟΝ.

Η ΟΠΛΑ, που ήταν η αστυνομία του Κομμουνιστικού κόμματος, την 27η  Ιουλίου του έτους 1944 έστειλε στη Στιμάγκα δώδεκα Ελληνοχωρίτες με τη δικαιολογία ότι τους ζήτησαν οι υπεύθυνοι του εκεί τομέα για να συζητήσουν κάποια εκκρεμή οργανωτικά ζητήματα. Με την άφιξή τους, δέθηκαν και μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία «Καμάρι», όπου και εκτελέστηκαν με άγριο τρόπο χωρίς προηγούμενη δίκη από τους κομμουνιστές. Αυτοί ήταν οι εξής : Ζάρκος Γρ. Πέτρος, Μπουγάς Βασ. Κων/νος, Μπουγάς Κ.Β., Μπουγά Κων/νου Σοφία, Μπουγάς Κ. Θεόδωρος, Μπουγάς Κ. Χρήστος, Μαγκλάρας Α.Γ., Χρυσανθόπουλος Χ. Γεώργιος[9], Τσιούγκος Ν. Νικόλαος, Τσιούγκος Γ. Θεολόγος, Τσιούγκος Γ. Ηλίας, Τσιούγκος Αρ. Γεώργιος, Τσιούγκος Ν. Σωτήριος, Τσιούγκος Η. Κ, Τσιούγκος Η. Α., Τσιούγκος Σ. Α.

Πόλεμος  Κορέας

Το Εκστρατευτικό σώμα Ελλάδος (ΕΚ.Σ.Ε), που στάλθηκε από την ελληνική κυβέρνηση στην Κορέα την περίοδο 1950 – 1955, αποτελούσε την πρώτη ελληνική συμμαχική αποστολή στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Αποσύρθηκε από την Κορέα το φθινόπωρο του 1955, με απόφαση της κυβέρνησης Κων/νου Καραμανλή.Σε αυτό το εκστρατευτικό σώμα συμμετείχε ο στρατιώτης Ευστάθιος Δ. Χρυσανθόπουλος, ο οποίος και σκοτώθηκε εκεί σε μία μάχη.

      Μνημεία, Ιστορικοί Χώροι Αρχαιολογικού Ενδιαφέροντος & Ιεροί Ναοί

·       Ι. Ν. Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης

Ο Ιερός Ναός είναι ρυθμού μονόκλιτης βασιλικής. Τα θυρανοίξιά του (εγκαίνια)  έγιναν την 11η Μαϊου του έτους 1972. Η δαπάνη της κατασκευής έγινε με εκούσια χρηματική εισφορά όλων των κατοίκων του χωριού. Ο ναός ανεγέρθηκε σε οικόπεδο δωρεάς Βασιλείου Μπουγά. Ο Ιερός Ναός παρουσιάζει πλούσια αγιογράφηση και οι κάτοικοι του χωριού τον διατηρούν σε άριστη κατάσταση. Βρίσκεται πλησίον της κεντρικής πλατείας του χωριού. Ο πρώτος ενοριακός ναός ήταν στο κοιμητήριο του χωριού, ο οποίος κατεδαφίστηκε επειδή ήταν ετοιμόρροπος. Εφημέριος είναι ο ιερέας Μαρνέζης Μιχαήλ.

 ΦΕΚ αριθ. 312, τ. Α - 28.9.1912 (Ενορίες)
 

·       Αρχαίο Κτίριο – Παλαιά Εκκλησία

Νότια του χωριού στους πρόποδες του υψώματος Μπαρδούνια, βρίσκεται ένα κατεστραμμένο αρχαίο κτίριο. Πάνω σε αυτό κάποτε θεμελιώθηκε μια εκκλησία και κτίστηκε ένα κελί. Η εκκλησία αυτή καταστράφηκε από τους Τούρκους, ενώ δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι οι ιερείς του ναού σφαγιάστηκαν. Παραπλεύρως και βόρεια της εκκλησίας υπήρχε ένας θολωτός χώρος κάτω από την επιφάνεια της γης με χαρακτηριστικά δωματίου, το οποίο έχει τώρα σκεπαστεί και που πρέπει να χρησιμοποιούνταν ως Κρυφό Σχολείο.

·       Θέση «Λειβαδιά»

Πρόκειται για περιοχή αρχαιολογικού πλούτου, στην οποία βρέθηκε μαρμάρινο άγαλμα του Βάκχου ή Διονύσου (θεού του κρασιού), σε θέση ανάπαυσης. Το κεφάλι το ακουμπά πάνω σε ένα μεγάλο δοχείο, ενώ το δεξί του χέρι σε μικρό δοχείο σα να κερνάει κρασί. Το άγαλμα αυτό παραδόθηκε από τον Παναγιώτη Δ. Τρίμη, ιδιοκτήτη της γης που βρέθηκε, στον υπεύθυνο αρχαιολόγο του Μουσείου Σικυώνας. Στις 12 Οκτωβρίου 1988 το Μουσείο Σικυώνας παραβιάστηκε και το άγαλμα κλάπηκε. Στην ίδια περιοχή είχε βρεθεί κι ένα κιονόκρανο Ιωνικού ρυθμού, γεγονός που συνηγορεί ότι ίσως εδώ βρισκόταν το ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Βρέθηκαν ακόμα και λείψανα του αρχαίου ναού, καθώς επίσης και δύο μεγάλα πιθάρια χωρητικότητας άνω των 500 οκάδων και μια μολυβένια ή χάλκινη πλάκα, γραμμένη από τη μια πλευρά, βάρους πάνω από 150 οκάδες. Στην ευρύτερη περιοχή, όπου πιθανολογείται η ύπαρξη της αρχαίας πόλης της Επιείκειας, έχουν βρεθεί θεμέλια κτιρίων και μικρά πήλινα αγγεία, μερικά από αυτά διακοσμημένα με αγγειογραφίες. Βρέθηκαν ακόμη τάφοι από πωρόλιθο, επιμελώς λαξευμένοι.

Ø  Θέση «Παλιάμπελα»

Σύμφωνα με τα όσα μαρτυρεί ο Πέτρος Τσιούγκος, το 1952 βρέθηκαν τρείς τάφοι. Οι δύο ήταν αεροστεγώς κλεισμένοι και βρέθηκαν άδειοι. Στον άλλο τάφο βρέθηκε ο σκελετός νεαρού άνδρα 25 – 30 ετών, με ύψος γύρω στα 2μ. Να σημειωθεί και να τονισθεί ιδιαίτερα ότι ενώ η περιοχή του Ελληνοχωρίου, όπως και η ευρύτερη περιοχή, καταμαρτυρεί πληθώρα αρχαιολογικών ευρημάτων, δεν έχει δυστυχώς καταστεί μέχρι σήμερα εφικτή κάποια συστηματική ανασκαφική έρευνα, έτσι ώστε να έλθει στο φώς ένα αξιόλογο κομμάτι της τοπικής πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς μας από τη μία, και από την άλλη να αποδειχθεί τελικά τι είναι μύθος και τι είναι αλήθεια.

            Βιβλιογραφία

-        Τσιούγκος Πέτρος, Αρχαία και Νέα Ιστορία του χωριού μου, Ελληνοχώρι Κορινθίας, εκδ. 2000.

-        Πέππας Ε. Ιωάννης, Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής, Αθήνα, 1990.

-        Παναγιωτόπουλος  Βασίλης, Πληθυσμός και Οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος – 18ος αιώνας, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1985.

-        Pouqueville, 1827: Ταξίδι στην Ελλάδα.

-        Μηλιαράκης Αντώνιος, «Γεωγραφία Πολιτική, Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας».

-        Χουλιαράκης Μιχαήλ, «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακήν εξέλιξις της Ελλάδος 1821 – 1971, Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών, Αθήναι 1974 – 1976.

-        Ραγκαβής Ρ. Ιάκωβος, τόμος  Β΄ (Πελοπόννησος):Τα Ελληνικά, ήτοι περιγραφή γεωγραφική, ιστορική, αρχαιολογική και στατιστική της αρχαίας και νέας Ελλάδος.

-        Νουχάκης, 1901: Ελληνική Χωρογραφία, Γεωγραφία, Ιστορία, Στατιστική Πληθυσμού και αποστάσεων.

-        Ξενοφώντος Ελληνικά.

-        Αρχαία Ελληνική Γραμματεία «Στράβων», Γεωγραφικά (βιβλίο όγδοο – Πελοπόννησος), εκδ. Κάκτος.

-        Παπαχατζή Δ. Νικ., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις Κορινθιακά – Λακωνικά, εκδοτική Αθηνών, 2004.

-        Στεφάνου Βυζαντίου,  «Εθνικά, Μέγα Γεωγραφικόν Λεξικόν Αρχαίων Πόλεων, Τόπων και Εθνών, εκδ. Ηλιοδρόμιον, 2004.

-        Κοκκωνάκης Εμμ. Σωτήρης, Περιήγησις & Ιστορία Κορινθίας, εκδ. Ίσθμιον 2011.

-        Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε, 1958), Παμδέκτης: Ψηφιακός  θησαυρός  Ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού.




[1] Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, Λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης, Αθήνα, 1852, σελ. 786, τόμος Α΄.

[2] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αριθ. 390 / τ. Α΄/ 16 Δεκεμβρίου 1933.

[3] Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τη μελέτη της Χαράς Ρεκούμη, Σταυροβελονιά: Μια συνιστώσα της τυπικής και μη τυπικής γυναικείας εκπαίδευσης στο Δήμο Βέλου, που δημοσιεύθηκε στο Δελτίο του Ιδρύματος Κορινθιακών Μελετών, τεύχος 53, Ιανουάριος – Ιούνιος 2013, σσ  63 – 70.

[4] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αριθ. 262 / τ. Α΄/ 31 Αυγούστου 1912.

[5] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αριθ. 105 / τ. Α΄/ 29 Απριλίου 1949.

[6] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αριθ. 244 / τ. Α΄/ 4 Δεκεμβρίου 1997.

[7] ΦΕΚ αριθ. 282 / τ. Β΄/ 26 Απριλίου 1969.

[8] Αναφέρεται στον διαδικτυακό ιστότοπο stratistoria.wordpress.com

[9] Τα ονόματα αναφέρονται στο βιβλίο του Ιωάννη Μπαλαφούτα, Από τον Προμαχώνα της Στιμάγκας, 1943 – 1944.

 

Συγγραφή - επιμέλεια 

                                 email ---kostassxoinos@yahoo.com

τηλέφωνο 6945 83 20 94
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου